Skip to main content Skip to search Skip to header Skip to footer

Η Εκκλησία που εξυψώνει την καρδιά

Από τον Κήρυκα της Χριστιανικής Επιστήμης - 29 Απριλίου 2015

Αρχικά δημοσιεύθηκε στο τεύχος της 27ης Οκτωβρίου 2014 του Christian Science Sentinel


Η λειτουργία  έφερε απροσδόκητα δάκρυα εκείνο το κρύο πρωινό του Ιανουαρίου. Ήταν η λειτουργία της Μεταλήψεως σε μια Κλάδο – Εκκλησία του Χριστού, Επιστήμονα. Το σόλο ήταν ένας ύμνος Αφρικανοαμερικανών  από την εποχή της σκλαβιάς: «Ας κόψουμε τον άρτο μαζί γονατισμένοι». Η απλότητα του ύμνου ταίριαζε με το πνεύμα του μηνύματος. Ακούγοντας αυτό τον παλιό ύμνο της μεταλήψεως, κοιτάζοντας γύρω τους λίγους εκκλησιαζόμενους, που αποτελούσαν την  συνάθροιση, δεν μπορούσα να μη δω τους συγκεντρωμένους κάτω από ένα καινούργιο φως. Δεν μπορούσα να μην αισθάνομαι αγάπη για αυτούς τους ανθρώπους.

Άλλωστε κόβαμε μαζί  τον άρτο. Η λειτουργία δεν περιείχε άρτο ή οίνο, στην κυριολεξία· η πνευματική δύναμη και σημασία, που βίωσα εκείνο το πρωί έφτασε πιο πέρα από τα φυσικά  σύμβολα.  Όπως έγραψε η Mary Baker Eddy, η οποία ίδρυσε την Εκκλησία του Χριστού, Επιστήμονα πριν από περίπου έναν αιώνα, στο εγχειρίδιο του θρησκεύματός μας: «Η Ευχαριστία μας είναι πνευματική κοινωνία με τον ένα Θεό. Ο άρτος μας ‘ο καταβαίνων εκ του ουρανού’, είναι η Αλήθεια. Το ποτήρι μας είναι ο σταυρός. Ο οίνος μας είναι η έμπνευση της Αγάπης, το ποτό που ήπιε ο Διδάσκαλός μας και που συνέστησε και στους οπαδούς του» (Επιστήμη και Υγεία με Κλειδί των Γραφών, σελ.35). 

Η Εκκλησία είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια κοινωνική δραστηριότητα ή ένα δίκτυο προσωπικών σχέσεων. Οι περισσότεροι Χριστιανοί αντιλαμβάνονται ότι η εκκλησία, στον πυρήνα της, είναι μια δραστηριότητα, που έχει ως επίκεντρο τον Θεό. Η αγάπη και η συναδελφικότητα που βιώνουμε στην εκκλησία  πηγάζουν από την πνευματική κοινωνία με την θεία Αγάπη. Αισθανόμαστε με τον πιο δυνατό τρόπο, ότι είμαστε μέλη μιας κοινότητας, καθώς αισθανόμαστε και κατανοούμε την ενότητά μας με τον Θεό.

Η Καινή Διαθήκη διευκρινίζει αυτό το σημείο. Όπως μας βεβαιώνει η επιστολή προς Εφεσίους, μέσω του Χριστού όλοι μας «έχομεν την είσοδον προς τον Πατέρα δι’ ενός Πνεύματος (2:18).  Ο Χριστός, ή το θείο Πνεύμα, που αποδείχθηκε στη ζωή του Ιησού, αποκαλύπτει στον καθένα από εμάς την πνευματική ενότητά μας με τον Θεό. Η επιρροή του Χριστού γκρεμίζει «τον μεσότοιχον του φραγμού (2:14), που βασανίζει τις ανθρώπινες σχέσεις και τόσο συχνά μας χωρίζει τον έναν από τον άλλο. Το αποτέλεσμα αυτής της επιρροής του Χριστού είναι μία αδελφοσύνη που ανυψώνει την καρδιά  όσο τίποτε άλλο επάνω στη γη: «Άρα λοιπόν δεν είσθε πλέον ξένοι και πάροικοι αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (2:19).

Για τους πρώτους Χριστιανούς, αυτό δεν ήταν ένα αφηρημένο ιδεώδες. Οι επιστολές του Αποστόλου Παύλου, για παράδειγμα, είναι γεμάτες από τρυφερές εκφράσεις αγάπης για τους ανθρώπους, τους οποίους γνώρισε στις μακρυνές και διάσπαρτες πόλεις, στις οποίες ταξίδεψε και ίδρυσε εκκλησίες. Και αρκετές αφηγήσεις στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων – παραδείγματος χάριν, η εκκλησία στην Ιερουσαλήμ, που προσευχόταν για τον Πέτρο όταν ήταν στη φυλακή (12:1-17), ή η τελευταία συνάντηση του Παύλου με τους Χριστιανούς της Εφέσου, στο λιμάνι της Μιλήτου (20:16-38) – μας μεταφέρουν με ζωηρό τρόπο πόσο βαθειά ήταν αυτή η αμοιβαία αγάπη.

Αυτές οι εκκλησίες ήταν μικροσκοπικές εμπροσθοφυλακές σ’ ένα σκληρό και συχνά εχθρικό κόσμο, αλλά η επίδρασή τους σ’ εκείνο τον κόσμο – στο να καταλάβει η ανθρωπότητα τις πνευματικές δυνατότητες – ήταν στο έπακρο επαναστατική και εντελώς  δυσανάλογη με τον αριθμό τους.

Ακόμη και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ωστόσο, ανεφύησαν σαν αγκάθια διαφωνίες μεταξύ των εκκλησιών. Ο Χριστός Ιησούς είπε στους μαθητές του ότι η αγάπη του ενός για τον άλλο  θα πρέπει να είναι η ιδιότητα, που θα τους κάνει να ξεχωρίζουν (Ιωάννης, 13: 34, 35), αλλά στην διάρκεια των αιώνων, οι διαιρέσεις και οι συγκρούσεις ήταν  συνεχείς, τραγικά παραδείγματα στις Χριστιανικές εκκλησίες, ανεξάρτητα από τα δόγματα. Πολλοί – Χριστιανοί και μη Χριστιανοί – θεωρούν ότι οι διακηρύξεις του Ιησού στο θέμα της αγάπης έχουν ως οδηγίες λίγη πρακτική αξία, είναι  μεν ωραίες, αλλά σε μεγάλο βαθμό, ανέφικτες ιδέες. 

Η Επιστήμη του Χριστιανισμού θεωρεί τις διδασκαλίες του Ιησού, σχετικά με την αγάπη, και πρακτικές και απολύτως απαραίτητες, μολονότι δεν «χρυσώνει» τις δυσαρμονικές τάσεις, που είναι έμφυτες στην ανθρώπινη φύση. Η κυρία Eddy, η οποία ποίμαινε ενεργά το εκκλησίασμα της Πρώτης Εκκλησίας του Χριστού, Επιστήμονος, στη Βοστώνη, στα πρώτα χρόνια, είχε πλήρη επίγνωση της ανάγκης των Χριστιανών Επιστημόνων να μάθουν τα μαθήματα αγάπης, που έχουν θεϊκή προέλευση, και τα οποία μετατρέπουν ένα άθροισμα ανόμοιων ατόμων σε μία αληθινή εκκλησία.

Προσευχόταν για την θεραπεία διχονοιών στην εκκλησία της, όπως ακριβώς προσεύχεται ένας πρακτίσιονερ της Χριστιανικής Επιστήμης για την θεραπεία της ασθένειας. Όπως έγραψε σε ένα αποκαλυπτικό γράμμα προς το εκκλησίασμα το 1889, «Η Εκκλησία του Χριστού (Επιστήμων) στη Βοστώνη ήταν ο ασθενής μου για επτά χρόνια».

Ήταν απολύτως ειλικρινής για τις διαφωνίες στις οποίες επανειλημμένα είχε περιπέσει το εκκλησίασμα, και οι οποίες την παρεκίνησαν να διαλύσει  προσωρινά την τοπική οργάνωσή της, αλλά προέτρεπε τα μέλη να συνεχίσουν να συναντώνται «στην αγνή βάση των πνευματικών δεσμών, να αγαπούν τους αδελφούς, να διατηρούν την ειρήνη και να την επιδιώκουν …». Τους προέτρεπε έντονα να αποκτήσουν μια ανώτερη κατανόηση σχετικά με το τι σημαίνει Εκκλησία και τι αποτελεί τη βάση της: «Συμβουλεύω αυτή την Εκκλησία,  μετά από δέκα χρόνια θλιβερής εμπειρίας σε υλικούς δεσμούς να τους πετάξει και να ρίξει τα δίχτυα της στην πνευματική πλευρά του Χριστιανισμού …» (L00008, Eddy to Church of (Christ) Scientist, 28 November 1889, The Mary Baker Eddy Collection).

Όπως σε πολλά έργα της, η κυρία Eddy γράφει με σαφή τρόπο σχετικά με το θέμα της εκκλησίας, η αγαπημένη κοινότητα της εκκλησίας, την οποία ο Διδάσκαλος οραματίστηκε,  δεν «έρχεται τυχαία». Είναι το αποτέλεσμα της Χριστιανικά επιστημονικής απόδειξης  - ένας όρος τον οποίο η κυρία Eddy χρησιμοποιεί συχνά στα συγγράμματά της για να δηλώσει το αποτέλεσμα της προσευχής για να φέρει στο φως το τεκμήριο της διαρκούς πνευματικής πραγματικότητας. Εκκλησία, όπως την ορίζει το Επιστήμη και Υγεία, είναι μια πνευματική πραγματικότητα, δεν είναι μόνο ένα ανθρώπινο ίδρυμα. Είναι «το οικοδόμημα της Αλήθειας και της Αγάπης· καθετί που στηρίζεται στη θεία Αρχή και απορρέει από αυτή» (σελ.583).

Αυτό το «οικοδόμημα της Αλήθειας και της Αγάπης» είναι το πνευματικό οικοδόμημα του σύμπαντος και περιβάλλει τα πάντα. Η ανθρώπινη εμπειρία μας σχετικά με την Εκκλησία εξαρτάται από το κατά πόσο αναγνωρίζουμε αυτή την αλήθεια και ζούμε την σημασία της στην καθημερινή μας ζωή. Όταν ρίξουμε τα δίχτυα μας στην «πνευματική πλευρά του Χριστιανισμού», θα δούμε ότι η ζωή μιας εκκλησίας δεν ορίζεται ούτε περιορίζεται από την εσφαλμένη εντύπωση, που μπορεί να έχουν πολλοί θνητοί νόες, που βρίσκονται σε διάφορες καταστάσεις αμαρτίας και αγιότητας, απόστασης και διχασμού. Η Εκκλησία μπορεί να γίνει και θα γίνεται όλο και περισσότερο μία αποκάλυψη της αληθινής σχέσης του Θεού και του ανθρώπου – «του ενός Πατέρα με την παγκόσμια οικογένειά Του, που την ενώνει το ευαγγέλιο της Αγάπης»  (Επιστήμη και Υγεία, σελ.577). 

Αυτός ήταν ο «άρτος» της πνευματικής αλήθειας, που τα μέλη του εκκλησιάσματος έκοψαν μαζί σ’ εκείνη τη λειτουργία της Μετάληψης. Για μένα το μήνυμα ήταν απλά τόσο δυνατό, ώστε δεν μπόρεσα πια να εμμένω σε παλιές προσωπικές κρίσεις.  Η επίδραση εκείνης της λειτουργίας στη δική μου εμπειρία σχετικά με την εκκλησία, είχε την άνθηση μιας φυσικής ζεστασιάς και φιλίας σε μία σχέση, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε γίνει απόμακρη και τεταμένη.

Ήταν σαφές σε μένα ότι η θεραπεία διχασμών σε μία εκκλησία δεν αρχίζει με την αλλαγή των άλλων. Αρχίζει μέσα  στον καθένα μας, και από το πόσο είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι με την απλή δύναμη της θείας Αγάπης. Τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτό το πρώτο βήμα. 

Όταν ήμουν νέος, μεγάλωσα σε μία οικογένεια Χριστιανών Επιστημόνων, φανταζόμουν ότι μία κλάδος εκκλησία είναι ένας αγαπητός χώρος και ότι σίγουρα υπάρχει γνήσια αγάπη, που την αισθάνονται και την εκφράζουν τα μέλη μεταξύ τους. Δεν μπορούσα να αντιληφθώ εκείνη την περίοδο, πόσο περισσότερο μια εκκλησία μπορεί να είναι – και πρέπει να είναι – από μία συγκέντρωση από ομοϊδεάτες, που συμβαίνει να μοιράζονται μία σειρά από κοινές πεποιθήσεις.

Η εκκλησία πράγματι δεν είναι ένα συνηθισμένο κοινό από ανθρώπινες προσωπικότητες. Μας οδηγεί σε μια καινούργια σχέση με τα αδέλφια  μας, τα παιδιά του Θεού. Η απόδειξή μας αναφορικά με Εκκλησία δεν είναι το θέμα να βρούμε ακριβώς τη «σωστή» ταιριαστή ομάδα. Προκύπτει από την πνευματική επιρροή του Χριστού, όταν «συγκεντρωνόμαστε» πράγματι εις το όνομα του Χριστού (Ματθαίος, 18:20).

Αυτή η επιρροή του Χριστού μας λυτρώνει ακόμη και από τις ανθρώπινες αδυναμίες μας και αποκαλύπτει πνευματικές ιδιότητες και ομορφιά στον χαρακτήρα των αδελφών-μελών  μας, που δεν είχαμε ιδέα (και μερικές φορές ούτε αυτοί οι ίδιοι) ότι υπήρχαν σ’ αυτούς. Αυτή η διαδικασία της λύτρωσης είναι μία συνεχής πηγή πνευματικής δύναμης σε μία εκκλησία.  Αυτός είναι ο λόγος, που η Εκκλησία έχει τόση δύναμη να συγκινεί τις καρδιές μας και που η επίμονη προσευχή μας και ο αγώνας για την απόδειξη της Εκκλησίας  έχει τόσο τεράστια σημασία στον κόσμο.

Οι εκκλησίες μας σήμερα μπορεί να φαίνονται ότι είναι μικροσκοπικές εμπροσθοφυλακές σε έναν κόσμο, που δεν κατανοεί και γίνεται όλο και περισσότερο υλιστικός, αλλά εξακολουθούν να φωτίζουν τις πνευματικές δυνατότητες για την ανθρωπότητα. Η κυρία Eddy δείχνει προς αυτές τις πρακτικές δυνατότητες – όχι ανέφικτα ιδεώδη – σε ένα εξαιρετικό εδάφιο στο βιβλίο της Retrospection and Introspection: «Οι έχοντες το φρόνημα του πνεύματος συναντιούνται στα σκαλοπάτια, που οδηγούν στην πνευματική αγάπη. Αυτή η αγάπη, που είναι τόσο μακρυά από το να είναι  προσωπική λατρεία , εκπληρώνει το νόμο της Αγάπης, τον οποίο ο Παύλος συνέστησε στους Γαλάτες. Αυτός είναι ο Νους «ο οποίος ήτο και εν τω Χριστώ Ιησού» και που δεν γνωρίζει υλικούς περιορισμούς. Είναι η ενότητα του καλού και ο δεσμός της τελειότητας. Αυτή ακριβώς η αγάπη αποσκοπεί να εγκαθιδρύσει τον Νοοθεραπευτή σ’ ένα θαυμάσιο εργάτη – όπως τον παλιό καιρό, την Ημέρα της Πεντηκοστής, όταν οι μαθητές ήταν ομοθυμαδόν συγκεντρωμένοι» (σελ.76).

Η Αποστολή του Κήρυκα

Το 1903, η Μαίρη Μπέϊκερ Έντυ, ίδρυσε το περιοδικό Ο Κήρυκας της Χριστιανικής Επιστήμης. Ο σκοπός του: «να διακηρύξει την παγκόσμια δραστηριότητα και την διαθεσιμότητα της Αλήθειας». Ο ορισμός της λέξης «κήρυκας», όπως αναφέρεται σε ένα λεξικό, είναι «προάγγελος - ένας αγγελιοφόρος που προπορεύεται για να μεταφέρει ένα μήνυμα για κάτι που πρόκειται να ακολουθήσει», δίνει ιδιαίτερη σημασία στην προσωνυμία Κήρυκας και επιπλέον επισημαίνει την υποχρέωσή μας, την υποχρέωση του καθενός από εμάς, να δούμε ότι ο Κήρυκάς μας εκπληρώνει την εμπιστοσύνη του, μία εμπιστοσύνη αχώριστη από τον Χριστό και που πρώτα ανήγγειλε ο Ιησούς (Μαρκ.16:15), «Υπάγετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το ευαγγέλιον εις όλην την κτίσιν».

Μαίρη Σαντς Λη, Sentinel (Φρουρός) της Χριστιανικής Επιστήμης, 7 Ιουλίου, 1956.

Μάθετε περισσότερα για τον Κήρυκα και την Αποστολή του.