Skip to main content

Να αγαπώ τον πλησίον μου όσο τον εαυτό μου;

Από τον Κήρυκα της Χριστιανικής Επιστήμης - 23 Ιουλίου 2019

Αρχικά δημοσιεύθηκε στο τεύχος Μαΐου 2017 του The Christian Science Journal


Φαίνεται ότι τους δυσκολεύει. Το έχω παρατηρήσει, συχνά, στην άσκησή μου της Χριστιανικής Επιστήμης. Κάποιος έρχεται σε μένα επιζητώντας θεραπεία και θέλοντας, επίσης, να μάθει πώς να επιτείνει την αποτελεσματικότητα της δικής του προσευχής- και, έτσι, αρχίζουμε να συζητάμε πόσο σπουδαίο είναι να κατανοήσουμε και να εφαρμόσουμε εμπράκτως τις δύο εντολές, που ο Ιησούς χαρακτήρισε ως τις ανώτερες όλων. Η πρώτη είναι: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου». Και η δεύτερη, για την οποίαν ο Ιησούς είπε πως είναι εξ ίσου σημαντική με την πρώτη, είναι: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (κατά Μάρκον 12:28-31). Και τότε, ακούω τον συνοδοιπόρο μου στην αναζήτηση της αλήθειας, να λέει:  «Δεν είμαι βέβαιος ότι αγαπώ τον εαυτό μου. Επομένως, πώς να αγαπήσω τον πλησίον μου;»

Προσωπικά βοηθήθηκα, όταν κατάλαβα ότι αυτή η δεύτερη εντολή δεν μάς ζητά να αγαπήσουμε την δική μας ή κάποιου άλλου υλική προσωπικότητα, η οποία υπολείπεται του πνευματικού ιδεώδους, που είναι ο πραγματικός μας εαυτός. Σαν ανθρώπινα όντα, όλοι μας έχουμε μεγάλα περιθώρια βελτιώσεως. Όμως, είναι φυσικό να ενδιαφερόμαστε για το σαρκίο μας – να έχουμε μία στέγη πάνω από το κεφάλι μας, τροφή στο τραπέζι μας, ρούχα, σχέσης στοργής κλπ, και, με αυτή την έννοια, δείχνουμε αγάπη στον εαυτό μας. Επομένως, το να δείχνουμε το ίδιο ενδιαφέρον για την ευμάρεια κάποιου άλλου ατόμου, θα μπορούσε να είναι ένας ουσιαστικός τρόπος να αγαπάμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας.

Ωστόσο, απαιτείται και κάτι περισσότερο. Η φιλαλληλία ,που είναι απαραίτητη για να γίνει κάποιος Χριστιανός θεραπευτής, όπως προσδοκούσε ο Ιησούς να είναι οι οπαδοί του, οφείλει να απορρέει από τον τρόπο, που αξιολογούμε τους άλλους: πρέπει να βλέπουμε, τόσο εκείνους όσο και τον εαυτό μας, με τα μάτια του Θεού. Να αξιολογούμε αυτά που ο Θεός γνωρίζει και εκτιμά σε μας. Αυτό ζητά να εφαρμόσουμε η πρώτη εντολή και, γι’ αυτό, είναι η πρώτη. Για να καταλάβουμε τί βλέπει ο Θεός, πρέπει να γνωρίζουμε τί είναι ο Θεός και τί κάνει ο Θεός. Μόνον τότε μπορούμε, όντως, να αγαπήσουμε τον Θεό με όλο μας το είναι και να αγαπήσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους όπως μας αγαπά ο Θεός.

Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να πω ότι έχω ακούσει ανθρώπους να λένε- ακόμα κι όταν μαθαίνουν για την αγαθή και γεμάτη αγάπη φύση του Θεού, μελετώντας την Αγία Γραφή και το εγχειρίδιο της Χριστιανικής Επιστήμης, Επιστήμη και Υγεία με κλειδί των Γραφών της Μαίρης Μπέϊκερ Έντυ – ότι δεν ξέρουν πώς να αγαπάνε τον Θεό. Αυτό κι αν είναι έργο του διαβόλου! Όμως, ο διάβολος δεν είναι μία οντότητα ή μία δύναμη. Είναι, απλώς, ένα ψέμα – η υλιστική αίσθηση υποστάσεως, που ισχυρίζεται πως μπορεί να μας τυφλώνει, ώστε να μην αντιλαμβανόμαστε την πνευματική αλήθεια, για την οποία ο Ιησούς είπε πως θα μας ελευθερώνει από το πεπερασμένο και την δυσαρμονία, εάν εφαρμόζουμε πιστά την διδασκαλία του (Ιωάννης  8: 31,32).

Βεβαίως, η υλιστική αίσθηση δεν έχει καμία γνώση των πνευματικών – καμία απολύτως ικανότητα να αντιλαμβάνεται οτιδήποτε πνευματικό. Κανείς δεν μπορεί να κατανοεί το παραμικρό για τον Θεό, το Πνεύμα, ή για τον άνθρωπο, την δημιουργία του Πνεύματος, μέσω των υλικών αισθήσεων. Ωστόσο, έχουμε επίγνωση του ελέους, της αγνότητας, της δικαιοσύνης, της καλοσύνης, του οικτιρμού, της αγάπης της χαράς, της αρμονίας και όλων των άλλων πνευματικών χαρισμάτων, που καθορίζουν τον Θεό και τον άνθρωπο. Τα αντιλαμβανόμαστε όλα αυτά μέσω της πνευματικότητάς μας και αυτή, ακριβώς, η γνώση της πνευματικότητάς μας συνηγορεί υπέρ του γεγονότος ότι είμαστε πνευματικοί και όχι υλικοί. Μέσω της πνευματικής μας αυτής αισθήσεως μπορούμε αληθινά να γνωρίζουμε και να αγαπάμε τον Θεό, τον εαυτό μας και τους άλλους.

Αγάπη ίσον Θεός. Και αγάπη είναι αυτό, που η Αγάπη πραγματοποιεί. Η Αγάπη εκφράζει τον εαυτό της- και αυτή η έκφραση, είμαστε εμείς: η έκφραση της θείας Αγάπης. Αυτή είναι η πραγματική μας ταυτότητα. Αυτή είναι του καθενός η πραγματική ταυτότητα. Μέσω της πνευματικής αισθήσεως μπορούμε να διακρίνουμε και να αγαπήσουμε την φύση του Θεού, ως Πνεύμα, Ζωή, Αλήθεια, Αγάπη, Νου, Ψυχή και Αρχή, επτά βασισμένα στην Αγία Γραφή συνώνυμα για τον Θεό- και μπορούμε να αγαπήσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους όπως, πράγματι, είμαστε.

Πω, πω! Ξέρετε, τι σημαίνει αυτό για μένα; Σημαίνει ότι μπορούμε να αγαπήσουμε επειδή είμαστε η έκφραση του Θεού- και γι’ αυτό τον λόγο μπορούμε και αγαπάμε τον Θεό και τον πλησίον.

Μπορούμε να αγαπήσουμε τον Θεό, αγαπώντας τις ιδιότητές Του, και αγαπώντας να εκφράζουμε αυτές τις ιδιότητες στις σκέψεις μας και στις πράξεις μας. Και μπορούμε να αγαπάμε εκφράζοντας την αγάπη του Θεού προς τους άλλους, αγαπώντας ό,τι ο Θεός αγαπά σ’ αυτούς – την αλήθεια γι’ αυτούς: ότι, δηλαδή, είναι και αυτοί έκφραση της Αγάπης και μόνον. Αυτό, ασφαλώς, απαιτεί προσήλωση στην ανώτατη αντίληψη περί φιλαλληλίας, το να ποθούμε, δηλαδή, να αισθανθούν οι άλλοι την αγάπη του Θεού, όσο έντονα επιθυμούμε να την αισθανθούμε κι εμείς. Σημαίνει ότι ενδιαφερόμαστε τόσο για τους άλλους ώστε να αρνούμαστε να χάσουμε από τα μάτια μας, έστω για μια στιγμή, την πνευματική τους τελειότητα εστιάζοντας σε ανθρώπινες ατέλειες. Και, καθώς αγαπάμε τον Θεό και τον πλησίον μας κατ’ αυτόν τον τρόπο, όντως αισθανόμαστε την αγάπη του Θεού για μας. Και οι άλλοι αισθάνονται την αγάπη του Θεού γι’ αυτούς.

Αυτό το είδος της αγάπης είναι το πνεύμα της ασκήσεως της Χριστιανικής Επιστήμης εμπράκτως. Καταδεικνύει – μέσω της θεραπείας και της αναμορφώσεως, που επιφέρει – ότι ο Θεός είναι, πράγματι, ο μόνος δημιουργός και η μόνη αιτία, η μόνη αληθινή δύναμη, και ότι ο,τιδήποτε είναι ανόμοιο προς τον Θεό, ουδέποτε υπήρξε, πόσο μάλλον να είχε δύναμη.

Επομένως, είναι φανερό ότι η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον συνάνθρωπο είναι αρρήκτως συνδεδεμένες. Αγαπάμε τον Θεό με όλη μας την καρδιά, νου, ψυχή και δύναμη αγαπώντας και όντες αυτό το οποίο ο Θεός αγαπά- δηλαδή, αποκλειστικά, η έκφραση της Αγάπης. Μπορούμε να το πετύχουμε διότι αυτό ακριβώς είμαστε. Και τι το ανάξιο αγάπης υπάρχει σ’ αυτό ;

Στο Επιστήμη και Υγεία, η κυρία Έντυ συνενώνει τις δύο μέγιστες εντολές σαν να είναι μία. Αναφέρει την Πρώτη Εντολή, ως έχει: «Ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού»,από την Έξοδο 20:3 και, μετά, λέει: « Η Πρώτη Εντολή είναι το αγαπημένο μου εδάφιο. Αποδείχνει την Χριστιανική Επιστήμη… Ένας άπειρος Θεός, το καλό… εκπληρώνει τα λόγια της Γραφής, θα αγαπάς τον πλησίον σου ως σεαυτόν…» (σελ. 340).

Να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου; Μάλιστα. Απλώς, αγάπα να είσαι αυτό, που, πράγματι, είσαι. Επίτρεψε στην θεία Αγάπη να εκφράσει πάνω σου τις λυτρωτικές και θεραπευτικές της ιδιότητες - και αγάπα αυτό, που ο Θεός εκφράζει σε κάθε άνθρωπο, που περικλείεις στην σκέψη σου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καθίστασαι ένας αποτελεσματικός Χριστιανός θεραπευτής για τον εαυτό σου και τους άλλους.

The Mission of the Herald

In 1903, Mary Baker Eddy established The Herald of Christian Science. Its purpose: "to proclaim the universal activity and availability of Truth." The definition of "herald" as given in a dictionary, "forerunner—a messenger sent before to give notice of the approach of what is to follow," gives a special significance to the name Herald and moreover points to our obligation, the obligation of each one of us, to see that our Heralds fulfill their trust, a trust inseparable from the Christ and first announced by Jesus (Mark 16:15), "Go ye into all the world, and preach the gospel to every creature."

Mary Sands Lee, Christian Science Sentinel, July 7, 1956

Learn more about the Herald and its Mission.